κτένα


κτένα
η (Μ κτένα)
βλ. χτένα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • κτένα — κτείς comb masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ηλεκτρισμός — Γενικός όρος που υποδηλώνει όλα εκείνα τα φυσικά φαινόμενα στα οποία παίρνουν μέρος ηλεκτρικά φορτία, είτε αυτά βρίσκονται σε ηρεμία είτε σε κίνηση. Για τον σκοπό της διατύπωσης των νόμων που διέπουν τα φαινόμενα αυτά και για ευκολία μελέτης,… …   Dictionary of Greek

  • χτένα — η / κτένα, ΝΜ, και λόγιος τ. κτένα, Ν 1. το χτένι 2. μεγάλο χτένι 3. χτένι για συγκράτηση τών μαλλιών. [ΕΤΥΜΟΛ. < κτένα, αιτ. τού αρχ. κτείς, κτενός, με ανομοιωτική τροπή τού κλειστού κ στο διαρκές χ (πρβλ. κτίζω: χτίζω)] …   Dictionary of Greek

  • CONHA Margaritaria — non unius generis est. Pinnae, pectines et myaces, diversae certe concharum species, in quibus margaritum gigni Veteres prodidêre. Nec hodiernô tempore una concha lapidem hunc generat. Omnium praestantissimae ad gignendas margaritas habentur… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • DIONYSIA — I. DIONYSIA martyrio apud Alexandriam sub Decio coronata, A. C. 251. II. DIONYSIA matrona Christiana, persecutione Hunerici Vandalorum Regis una cum filio Maiorico, ad necem quaesita, hunc ad mortem raptum sic consolata est, Memento Fili, te… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • MULIER, a MOLLITIE — Isidoro l. 12. c. 2. unde mollior turba, apud Stat. Theb. l. 6. c. 131. cinxêre Lycurgum Lernaei Proceres, genitricem mollior ambit Turba Muliebris sexus exponitur veteri Scholiastae. Vide Varronem, laudatum Lactantio de Opificio Dei c. 12. Cum… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • PECTEN — I. PECTEN enis, apud Cyrillum in Glossario, πλὴκτρον, Latine quoque plectrum est: a significatione alterius inflexione hac distinctum. Quam tamen Auctores non observant. Virgilius de Orpheo, l. 6. Aen. v. 645. Non non Threicius longa cum veste… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • δοντάς — Επώνυμο αγωνιστών του 1821. 1. Βάθης. Διέθεσε σημαντικά χρηματικά ποσά για τον Αγώνα. 2. Θεόδωρος. Γιος του Ιωάννη (βλ. 3.). Προσέφερε μεγάλες υπηρεσίες στον Αγώνα. 3. Ιωάννης. Καταγόταν από την Ύδρα. Κατά την περίοδο 1821 22 πήρε μέρος στις… …   Dictionary of Greek

  • κατάκτενος — κατάκτενος, ον (Α) χτενισμένος με επιμέλεια («κατάκτενος κόμη»). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + κτενος (< κτείς, κτενός «κτένα»), πρβλ. ά κτενος, πεντέ κτενος] …   Dictionary of Greek

  • κτεις — ο (AM κτείς, ενός) θαλάσσιο οστρακόδερμο, το χτένι («ἂν δ οἷον οἱ κτένες κρεῶδες ἔχωσι τὸ πρὸς τῷ μυκτῆρι», Αριστοτ.) αρχ. 1. όργανο με το οποίο διευθετούνται, ευτρεπίζονται τα μαλλιά, χτένι 2. εξάρτημα τού αργαλειού από το οποίο διέρχονται οι… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.